Ελληνο-Αγγλικό Λεξικό Ορολογίας

Μεταναστευτικού & Διοικητικού Δικαίου

ελληνικός όρος

εποχικά εργαζόμενος

μετάφραση

seasonal worker

ορισμός στο νόμο

Ο πολίτης τρίτης χώρας που διατηρεί τον κύριο τόπο κατοικίας του σε τρίτη χώρα και διαμένει νόμιμα και προσωρινά για λόγους απασχόλησης στην Ελληνική Επικράτεια σε τομέα δραστηριότητας που εξαρτάται από την αλλαγή των εποχών βάσει μιας ή περισσότερων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που συνάπτονται απευθείας μεταξύ του πολίτη τρίτης χώρας και του εργοδότη που είναι εγκατεστημένος στην Ελλάδα.

παραπομπή στο νόμο

αρθ. 1, ν.4251/2014

  • Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής ('Λεξικό Τριανταφυλλίδης'), Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη

ΛΚΝ

  • European Migration Network (Ευρωπαϊκό Δίκτυο Μετανάστευσης)

EMN

  • International Organization for Migration (Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης - ΔΟΜ)

IOM

  • United Nations High Commissioner for Refugees (Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες)

UNHCR

  • European Commission (Ευρωπαϊκή Επιτροπή)

EC

  • United States Citizenship & Immigration Services (Υπηρεσία Ιθαγένειας και Μετανάστευσης Ηνωμένων Πολιτειών)

USCIS

  • Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής

ΕΛΙΑΜΕΠ

συναφείς όροι (EL)

Για λόγους διαλειτουργικότητας και ακεραιότητας των δεδομένων, ο συγκεκριμένος τομέας του Civilitas.GR δεν είναι διαθέσιμος σε κινητές συσκευές (πλην tablet). Παρακαλώ επισκεφτείτε την desktop/laptop έκδοση της σελίδας για τη μέγιστη εμπειρία πλοήγησης.

συναφείς όροι (EN)

πληροφορίες

πηγή πληροφοριών