Ελληνο-Αγγλικό Λεξικό Ορολογίας

Μεταναστευτικού & Διοικητικού Δικαίου

ελληνικός όρος

μετανάστευση (αποδημία)

μετάφραση

emigration

ορισμός στο νόμο

Μετανάστης θεωρεῖται πᾶς ἐπιβάτης τρίτης θέσεως ἤ πάσης ἄλλης ἐξομοιουμένης πρὸς ταύτην ὑπό τῆς ὑπηρεσίας τῆς μεταναστεύσεως , μετὰ γνωμάτευσιν τῆς ἐν ἂρθρ. 39 ἐπιτροπῆς, ἀναχωρῶν ἐξ ἐλληνικού λιμένος κατ΄ εὐθεῖαν ἤ καὶ ἐμμέσως διὰ ξένων λιμένων εἰς χώρας τῶν ἄλλων, πλὴν τῆς Εὐρώπης, Ἠπείρων, ἐξαιρέσει τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τῶν βορείων παραλίων τῆς Ἀφρικῆς μέχρι τοῦ πορθμοῦ τοῦ Γιβραλτάρ.

παραπομπή στο νόμο

αρθ. 1, ν.2475/1920

  • Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής ('Λεξικό Τριανταφυλλίδης'), Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη

ΛΚΝ

  • European Migration Network (Ευρωπαϊκό Δίκτυο Μετανάστευσης)

EMN

In the global context , the act of departing or exiting from one State with the intention to remain abroad for a period exceeding one year. In the EU context , the action by which a person, having previously been usually resident in the territory of an EU Member State, ceases to have their usual residence in that EU Member State or another EU Member State for a period that is, or is expected to be, of at least 12 months.

  • International Organization for Migration (Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης - ΔΟΜ)

IOM

-

  • United Nations High Commissioner for Refugees (Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες)

UNHCR

-

  • European Commission (Ευρωπαϊκή Επιτροπή)

EC

-

  • United States Citizenship & Immigration Services (Υπηρεσία Ιθαγένειας και Μετανάστευσης Ηνωμένων Πολιτειών)

USCIS

-

  • Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής

ΕΛΙΑΜΕΠ

-

συναφείς όροι (EL)

μετανάστευση, μετανάστευση (κινητικότητα)

Για λόγους διαλειτουργικότητας και ακεραιότητας των δεδομένων, ο συγκεκριμένος τομέας του Civilitas.GR δεν είναι διαθέσιμος σε κινητές συσκευές (πλην tablet). Παρακαλώ επισκεφτείτε την desktop/laptop έκδοση της σελίδας για τη μέγιστη εμπειρία πλοήγησης.

συναφείς όροι (EN)

immigration, migration

πληροφορίες

-

πηγή πληροφοριών

-