Ελληνο-Αγγλικό Λεξικό Ορολογίας

Μεταναστευτικού & Διοικητικού Δικαίου

ελληνικός όρος

μετανάστευση (κινητικότητα)

μετάφραση

migration

ορισμός στο νόμο

-

παραπομπή στο νόμο

-

  • Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής ('Λεξικό Τριανταφυλλίδης'), Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη

ΛΚΝ

  • European Migration Network (Ευρωπαϊκό Δίκτυο Μετανάστευσης)

EMN

In the global context , movement of a person either across an international border (international migration), or within a state (internal migration) for more than one year irrespective of the causes, voluntary or involuntary, and the means, regular or irregular, used to migrate. In the EU context , the action by which a person either: (i) establishes their usual residence in the territory of an EU Member State for a period that is, or is expected to be, of at least 12 months, having previously been usually resident in another EU Member State or a third country ; or (ii) having previously been usually resident in the territory of an EU Member State, ceases to have their usual residence in that EU Member State for a period that is, or is expected to be, of at least 12 months.

  • International Organization for Migration (Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης - ΔΟΜ)

IOM

The movement of persons away from their place of usual residence, either across an international border or within a State.

  • United Nations High Commissioner for Refugees (Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες)

UNHCR

-

  • European Commission (Ευρωπαϊκή Επιτροπή)

EC

-

  • United States Citizenship & Immigration Services (Υπηρεσία Ιθαγένειας και Μετανάστευσης Ηνωμένων Πολιτειών)

USCIS

(migrant) A person who leaves their country of origin to seek residence in another country.

  • Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής

ΕΛΙΑΜΕΠ

-

συναφείς όροι (EL)

μετανάστευση, μετανάστευση (αποδημία)

Για λόγους διαλειτουργικότητας και ακεραιότητας των δεδομένων, ο συγκεκριμένος τομέας του Civilitas.GR δεν είναι διαθέσιμος σε κινητές συσκευές (πλην tablet). Παρακαλώ επισκεφτείτε την desktop/laptop έκδοση της σελίδας για τη μέγιστη εμπειρία πλοήγησης.

συναφείς όροι (EN)

emigration, immigration

πληροφορίες

-

πηγή πληροφοριών

-