Ελληνο-Αγγλικό Λεξικό Ορολογίας

Μεταναστευτικού & Διοικητικού Δικαίου

ελληνικός όρος

πλαστό έγγραφο

μετάφραση

fraudulent document

ορισμός στο νόμο

παραπομπή στο νόμο

  • Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής ('Λεξικό Τριανταφυλλίδης'), Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη

ΛΚΝ

  • European Migration Network (Ευρωπαϊκό Δίκτυο Μετανάστευσης)

EMN

Any travel or identity document: (i) that has been falsely made or altered in some material way by anyone other than a person or agency lawfully authorised to make or issue the travel or identity document on behalf of a State; or (ii) that has been improperly issued or obtained through misrepresentation, corruption or duress or in any other unlawful manner; or (iii) that is being used by a person other than the rightful holder.

  • International Organization for Migration (Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης - ΔΟΜ)

IOM

  • United Nations High Commissioner for Refugees (Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες)

UNHCR

  • European Commission (Ευρωπαϊκή Επιτροπή)

EC

  • United States Citizenship & Immigration Services (Υπηρεσία Ιθαγένειας και Μετανάστευσης Ηνωμένων Πολιτειών)

USCIS

  • Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής

ΕΛΙΑΜΕΠ

συναφείς όροι (EL)

Για λόγους διαλειτουργικότητας και ακεραιότητας των δεδομένων, ο συγκεκριμένος τομέας του Civilitas.GR δεν είναι διαθέσιμος σε κινητές συσκευές (πλην tablet). Παρακαλώ επισκεφτείτε την desktop/laptop έκδοση της σελίδας για τη μέγιστη εμπειρία πλοήγησης.

συναφείς όροι (EN)

πληροφορίες

πηγή πληροφοριών