Ελληνο-Αγγλικό Λεξικό Ορολογίας

Μεταναστευτικού & Διοικητικού Δικαίου

ελληνικός όρος

συνήθης τόπος διαμονής

μετάφραση

usual / habitual residence

ορισμός στο νόμο

παραπομπή στο νόμο

  • Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής ('Λεξικό Τριανταφυλλίδης'), Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, Θεσσαλονίκη

ΛΚΝ

  • European Migration Network (Ευρωπαϊκό Δίκτυο Μετανάστευσης)

EMN

The place at which a person normally spends the daily period of rest, regardless of temporary absences for purposes of recreation, holiday, visits to friends and relatives, business, medical treatment or religious pilgrimage or, in default, the place of legal or registered residence.

  • International Organization for Migration (Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης - ΔΟΜ)

IOM

  • United Nations High Commissioner for Refugees (Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες)

UNHCR

  • European Commission (Ευρωπαϊκή Επιτροπή)

EC

  • United States Citizenship & Immigration Services (Υπηρεσία Ιθαγένειας και Μετανάστευσης Ηνωμένων Πολιτειών)

USCIS

  • Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής

ΕΛΙΑΜΕΠ

συναφείς όροι (EL)

Για λόγους διαλειτουργικότητας και ακεραιότητας των δεδομένων, ο συγκεκριμένος τομέας του Civilitas.GR δεν είναι διαθέσιμος σε κινητές συσκευές (πλην tablet). Παρακαλώ επισκεφτείτε την desktop/laptop έκδοση της σελίδας για τη μέγιστη εμπειρία πλοήγησης.

συναφείς όροι (EN)

πληροφορίες

πηγή πληροφοριών