Ιστορική αναδρομή

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ

Στη σελίδα αυτή παρουσιάζονται όλες οι διαθέσιμες πληροφορίες γύρω από τον σχεδιασμό, ψήφιση και θέση σε εφαρμογή του ισχύοντος σήμερα θεσμικού πλαισίου για τη Μετανάστευση πολιτών τρίτων χωρών στην Ελλάδα, ν.4251/2014 με πλούσιο υλικό από τα πρακτικά των συζητήσεων στις Επιτροπές της Βουλής και την Ολομέλεια. Επίσης, παρέχεται ανάλυση συγκεκριμένων πτυχών του νόμου, όπως το καθεστώς των μετακλήσεων ή του καθεστώτος εργασίας που εισήγαγαν οι προβληματικές διατάξεις του αρθ. 13Α. Το υλικό προέρχεται αυτούσιο από το βιβλίο μου "Από το ‘δελτίον ταυτότητος’ στα ‘βιομετρικά δεδομένα’: Ιστορική αναδρομή της μεταναστευτικής νομοθεσίας στην Ελλάδα (1849-2018) ISBN: 978-618-00-0080-1".

Asset 7@2x.png

ν.4251/2014: Κώδικας Μετανάστευσης και Κοινωνικής Ένταξης

ιστορικό πλαίσιο, κοινοβουλευτική διαδικασία, ειδικές Εκθέσεις, πρακτικά Επιτροπών & Ολομέλειας (κείμενο και βίντεο)

Συνεδριάσεις Διαρκούς Επιτροπής Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης της Βουλής

Διαρκής επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης, 1η Συνεδρίαση, 20/02/2014

Διαρκής επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης, 2η Συνεδρίαση, 21/02/2014

Διαρκής επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης, 3η Συνεδρίαση, 25/02/2014

​Για λόγους διαλειτουργικότητας και ακεραιότητας των πληροφοριών, ο συγκεκριμένος τομέας του Civilitas.GR δεν είναι διαθέσιμος σε κινητές συσκευές (πλην tablet). Παρακαλώ επισκεφτείτε την desktop/laptop έκδοση της σελίδας για τη μέγιστη εμπειρία πλοήγησης.

 

Διαρκής επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης, 4η Συνεδρίαση, 28/02/2014

Συνεδριάσεις Ολομέλειας της Βουλής - Συζήτηση και ψήφιση (18, 19, 20, 26 Μαρτίου 2014)

Τηλεοπτική εκπομπή της "Βουλή Τηλεόραση" στις 27-03-2014

Συνοπτική παρουσίαση του νόμου

Εισάγεται στην έννομη τάξη η έννοια του «Κώδικα (249)  Μετανάστευσης και κοινωνικής ένταξης» - Αντικαθίσταται η έννοια του υπηκόου τρίτης χώρας (υ.τ.χ.) (250) με αυτή του πολίτη τρίτης χώρας (π.τ.χ.)  – Αυξάνεται η διάρκεια της τακτικής άδειας διαμονής από ετήσια (αρχική άδεια) σε διετή και από διετή σε τριετή (ανανέωση) - Καταργούνται οι υποχρεωτικές εξετάσεις στις αρχικές χορηγήσεις – Εμπλέκεται η Περιφέρεια και αποδεσμεύεται η Αποκεντρωμένη Διοίκηση από τον προγραμματισμό των μετακλήσεων – Αναδιοργανώνεται το καθεστώς χορήγησης άδειας διαμονής για Εξαιρετικούς λόγους – Αναδιοργανώνεται το καθεστώς χορήγησης άδειας διαμονής για άσκηση επενδυτικής δραστηριότητας – Καταργείται η άδεια διαμονής για άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας – Μειώνεται το ύψος των προστίμων και ορισμένων παραβόλων – Διευκολύνεται η αδειοδότηση των π.τ.χ. ‘δεύτερης γενιάς’ – Αναδιοργανώνεται η αδειοδότηση των επί μακρόν διαμενόντων – Καταργείται η αναζήτηση επαρκών πόρων για την ανανέωση αδειών για οικογενειακή επανένωση

249

250

α) Αιτιολογική Έκθεση και σχετικά έγγραφα

Καταφεύγοντας αρχικά στην αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου προκειμένου να διερευνηθούν πρωτογενώς οι προθέσεις και το σκεπτικό της Πολιτείας για το νέο νομοθέτημα, γίνεται άμεσα σαφής η ιδεολογική και πολιτική της μετατόπισή  της (252) προς μία κατεύθυνση, αν και όχι αποιδεολογικοποιημένη, ωστόσο ξεκάθαρα τεχνικότερη και περισσότερο διαχειριστικής  (253) φύσεως. Ελλείπει πλέον κάθε αναφορά (254)  σε ιστορικοσυγκριτικά στοιχεία (255)   ενώ είναι και η πρώτη φορά που αναγνωρίζεται  η συνδρομή του προηγούμενου θεσμικού πλαισίου στην επίλυση των ζητημάτων της Μετανάστευσης καθώς αναγνωρίζεται (256) ως «πλήρες και ανταποκρινόμενο, στις περισσότερες περιπτώσεις, στις ανάγκες των πολιτών τρίτων χωρών» (257), με μόνο σημείο (έμμεσης) κριτικής ως χρήζοντος άμεσης αντιμετώπισης την πολυδιάσπασή του λόγω των πολλών τροποποιήσεων, συμπληρώσεων, αντικαταστάσεων και καταργήσεων που επήλθαν με το πέρασμα των χρόνων αλλά και την ανάπτυξη της αντίστοιχης παραγωγής σε επίπεδο ευρωπαϊκού δικαίου. Το αποτέλεσμα αυτής της πολυδιάσπασης, το οποίο κυρίως αποδίδεται στις πολλές εξουσιοδοτικές διατάξεις του ν.3386/2005 οι οποίες μεν «αποσκοπούσαν στην καλύτερη αποτελεσματικότητα, την ταχύτητα ρύθμισης των θεμάτων και στην ευελιξία», αναγνωρίζεται ότι στο τέλος ήταν η δημιουργία ιδιαίτερης  γραφειοκρατίας που «προκάλεσε δυσλειτουργίες και μεταβολές στο ήδη υφιστάμενο νομικό πλαίσιο» (258).

Σύμφωνα λοιπόν με την Αιτιολογική έκθεση, το υπόψη νομοθέτημα έρχεται με τη μορφή ενός Κώδικα (259)  να καλύψει δύο ανάγκες: α) την αντιµετώπιση δυσλειτουργιών του θεσµικού πλαισίου με στοχευµένες και απαραίτητες παρεµβάσεις στο υφιστάµενο θεσµικό πλαίσιο, ώστε αυτό να καταστεί περισσότερο ορθολογικό, λειτουργικό και περισσότερο συµβατό µε την κοινωνικοοικονοµική κατάσταση της χώρας, όπως αυτή έχει διαµορφωθεί και β) τη θεραπεία της πολυδιάσπασης της σχετικής νομοθετικής παραγωγής. Τέσσερα χρόνια μετά τη θέση σε εφαρμογή του ν.4251/2014, η πρώτη ανάγκη έχει μάλλον καλυφθεί. Ο δεύτερος ωστόσο στόχος, αυτός της καταπολέμησης της γραφειοκρατίας και της παροχής διοικητικής ευελιξίας, τόσο για το συναλλασσόμενο κοινό όσο και για τους δημόσιους λειτουργούς, πρέπει να θεωρείται δεδομένο ότι έχει αποτύχει, όχι μόνο γιατί εξαρχής υπονομεύτηκε από το μεγάλο πλήθος των εξουσιοδοτικών διατάξεων και αυτού του νόμου (260)  αλλά και διότι η Πολιτεία συνεχίζει α) είτε να καταλείπει μεγάλα περιθώρια διακριτικής ευχέρειας στη Διοίκηση (261)  β) είτε γιατί συνεχίζει να αντιμετωπίζει σπασμωδικά και αποσπασματικά φαινόμενα επί μακρόν γνωστά στον τομέα της Μετανάστευσης.(262) 

Οι συντάκτες της Αιτιολογικής έκθεσης υποστηρίζουν (263)  ότι με τον υπόψη Κώδικα επιτυγχάνεται «α) η συγκέντρωση και συστηµατοποίηση των συναφών διατάξεων της µεταναστευτικής νοµοθεσίας, γεγονός που συµβάλλει στην ευκολότερη κατανόηση του σχετικού νοµικού πλαισίου από τον κάθε ενδιαφερόµενο, στην κατοχύρωση και ενίσχυση δικαιωµάτων αλλά και στη διευκόλυνση των αρµόδιων υπηρεσιών, β) στοχευµένες παρεµβάσεις που τροποποιούν το υφιστάµενο θεσµικό πλαίσιο σε κρίσιµης σηµασίας ζητήµατα, όπως η προώθηση των υπηρεσιών µιας στάσης, η απλοποίηση διαδικασιών και ο περιορισµός του αριθµού των τύπων άδειας διαµονής που µειώνει το λειτουργικό κόστος των υπηρεσιών, η επανεξέταση των όρων πρόσβασης στην αγορά εργασίας και η καλλιέργεια φιλικού κλίµατος για επενδύσεις από πολίτες τρίτων χωρών, η προώθηση του καθεστώτος επί µακρόν διαµένοντος για τους πολίτες τρίτων χωρών που διαµένουν µακροχρόνια στην Ελλάδα και η υιοθέτηση ενός ειδικού ευνοϊκού καθεστώτος διαµονής για τη «δεύτερη γενιά».

Ως προς το ζήτημα της κωδικοποίησης, υπογραμμίζεται ότι ο Κώδικας «έχει συνταχθεί σύµφωνα µε τις αρχές, διαδικασίες και µέσα καλής νοµοθέτησης όπως προβλέπει ο ν. 4048/2012 (A΄ 34), ιδίως όσον αφορά την ταξινόµηση των ισχυουσών διατάξεων και την απαλοιφή εκείνων που έχουν απολέσει πλέον το αντικείµενο εφαρµογής τους. Στον Κώδικα ενσωµατώνονται οι ρυθµίσεις του ν. 3386/2005 και άλλων 19 τροποποιητικών νοµοθετικών παρεµβάσεων, 6 προεδρικών διαταγµάτων, ενώ γίνεται προσπάθεια περιορισµού του απαιτούµενου αριθµού εφαρµοστικών υπουργικών αποφάσεων οι οποίες στο πλαίσιο του ν. 3386/ 2005 είχαν φθάσει στον αριθµό των 42». (264)

 

Ως προς την ουσία των παρεμβάσεων στο θεσμικό πλαίσιο, γίνεται γνωστό από το ίδιο κείμενο ότι αυτή κινείται επί τεσσάρων αξόνων (265)

  • Απλοποίηση των διαδικασιών

«Στόχος των παρεµβάσεων είναι η µείωση του λειτουργικού και διοικητικού φόρτου και κόστους, η καλύτερη εξυπηρέτηση των συναλλασσόµενων και η διευκόλυνση των υπηρεσιών. Αυτό επιτυγχάνεται µε τη λειτουργία των υπηρεσιών µιας στάσης και την απεµπλοκή των δήµων (266) από τη διαδικασία αδειοδότησης της διαµονής, µε τη µείωση των τύπων άδειας διαµονής από 50 σε 20 (267) , µε την αύξηση της διάρκειας της τακτικής άδειας διαµονής από ετήσια σε διετή (αρχική άδεια) και από διετή σε τριετή (ανανέωση), µε την αποσαφήνιση των διαδικασιών επίδοσης των διοικητικών αποφάσεων, µε την καθιέρωση ειδικής διαδικασίας εκτίµησης των λόγων δηµόσιας τάξης και ασφάλειας εντός συγκεκριµένης προθεσµίας κ.ά».

  • Πρόσβαση στην αγορά εργασίας και φιλικό επενδυτικό κλίμα


«Ο δεύτερος άξονας αφορά την επανεξέταση των όρων πρόσβασης στην αγορά εργασίας και την καλλιέργεια φιλικού κλίµατος για επενδύσεις από πολίτες τρίτων χωρών. Στόχος είναι ο αποτελεσµατικότερος και συνολικότερος έλεγχος της αγοράς εργασίας σε συνάρτηση µε τις σηµερινές συνθήκες και τις πραγµατικές ανάγκες επιµέρους κλάδων αλλά και ευρύτερα της εθνικής οικονοµίας, αλλά και η υποβοήθηση του επενδυτικού ενδιαφέροντος φυσικών και νοµικών προσώπων µε έδρα στο εξωτερικό. Οι παραπάνω στόχοι επιτυγχάνονται µε την υιοθέτηση ενός νέου  (268) περισσότερο συνεκτικού και ευέλικτου συστήµατος µετακλήσεων εργαζοµένων το οποίο σχεδιάζεται σε κεντρικό επίπεδο και επιτρέπει στις αρµόδιες εθνικές αρχές να ελέγχουν τη ροή εισόδου νέων µετακαλούµενων εργαζοµένων σύµφωνα µε τις ανάγκες της αγοράς εργασίας και ευρύτερα της οικονοµίας. Ταυτόχρονα, υιοθετούνται ειδικές και ευνοϊκού χαρακτήρα ρυθµίσεις ταχείας διεκπεραίωσης (fast track) για την είσοδο και διαµονή πολιτών τρίτων χωρών στο πλαίσιο πραγµατοποίησης ξένων επενδύσεων, ενώ επιχειρείται και η τόνωση της εγχώριας κτηµατογοράς µε τις ρυθµίσεις για τη χορήγηση άδειας διαµονής σε πολίτες τρίτων χωρών που αποκτούν ακίνητα στην Ελλάδα ύψους τουλάχιστον 250.000 ευρώ. Στον ίδιο άξονα εντάσσονται τέλος ρυθµίσεις που αποσκοπούν στον περιορισµό της απώλειας της νόµιµης διαµονής πολιτών τρίτων χωρών που έχουν κατ’ αρχήν µακροχρόνια νόµιµη διαµονή στη χώρα και πρόσβαση στην αγορά εργασίας, µε στόχο την καταπολέµηση άτυπων µορφών άτυπης απασχόλησης και την αποφυγή πιέσεων για προγράµµατα νοµιµοποίησης ή επαναφοράς στη νοµιµότητα (269) . Αυτό επιτυγχάνεται: i) µε την αύξηση της χρονικής ισχύος των αδειών διαµονής, η οποία όπως έχει ήδη επισηµανθεί συµβάλλει επίσης σηµαντικά και στην απλούστευση των διαδικασιών και στην εξοικονόµηση ανθρώπινων και υλικοτεχνικών πόρων και ii) µε την αναµόρφωση του πλαισίου που διέπει την ανανέωση της άδειας διαµονής για εξαρτηµένη εργασία και την άσκηση ανεξάρτητης οικονοµικής δραστηριότητας.».

  • Μακροχρόνιοι τίτλοι διαμονής – άδεια επί μακρόν διαμένοντος

«Ο τρίτος άξονας αφορά στη µεταβολή των όρων και των προϋποθέσεων πρόσβασης σε µακροχρόνιους τίτλους διαµονής, µε στόχο την προώθηση της άδειας διαµονής του επί µακρόν διαµένοντος έναντι των αδειών διαµονής δεκαετούς διάρκειας. Μια άδεια διαµονής, η οποία, πέραν των αυξηµένων δικαιωµάτων και της ίσης µεταχείρισης σε σειρά πεδίων της κοινωνικής και οικονοµικής ζωής που συνεπάγεται για τους κατόχους της και τον ενταξιακό της προσανατολισµό, παρέχει σε αυτούς και τη δυνατότητα να κάνουν χρήση, εφόσον το επιθυµούν, του δικαιώµατος της κινητικότητας και να µεταβούν σε άλλα κράτη - µέλη της Ε.Ε.. Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται ιδίως µε τους εξής τρόπους: i) µε τη διατήρηση µεν της άδειας δεκαετούς διάρκειας για όσους µακροχρόνια διαµένοντες (δεκαετία νόµιµης διαµονής, κατά την τελευταία δωδεκαετία, στη χώρα) δεν επιθυµούν ή αδυνατούν να αξιοποιήσουν τις προβλέψεις για την άδεια επί µακρόν διαµένοντος αλλά µε την κατάργηση της αυτοδίκαιης ανανέωσής της. Στο πλαίσιο αυτό η ανανέωση της άδειας διαµονής δεκαετούς διάρκειας µπορεί πλέον να διενεργείται κατ’ αρχήν µόνο µε τους όρους και τις διαδικασίες της άδειας του επί µακρόν διαµένοντος. Εάν δεν πληρούνται οι συγκεκριµένοι όροι, ο πολίτης τρίτης χώρας µεταπίπτει σε καθεστώς τριετούς διαµονής, εφόσον σε κάθε περίπτωση πληρούνται συγκεκριµένες προϋποθέσεις, οι οποίες αποδεικνύουν ότι είναι οικονοµικά ενεργός, συνεχίζει να διαµένει στην Ελλάδα και δεν αποτελεί υπέρµετρο βάρος για τα εθνικά συστήµατα υγείας και πρόνοιας και ii) µε την καθιέρωση τεκµηρίων πλήρωσης των όρων ένταξης από πολίτες τρίτων χωρών που έχουν αναπτύξει ισχυρούς δεσµούς µε την Ελλάδα και την ελληνική κοινωνία, όπως λ.χ. η οικογενειακή σχέση µε Έλληνα πολίτη για διάστηµα µεγαλύτερο των πέντε ετών και γενικότερα η µακρόχρονη συνεχής νόµιµη διαµονή στη χώρα iii) µε τη µεταβολή προς το ευνοϊκότερο των εισοδηµατικών κριτηρίων για την απόκτηση του καθεστώτος του επί µακρόν διαµένοντος».

  • «Δεύτερη γενιά»
     

«Ο τέταρτος άξονας αφορά στη διασφάλιση της νοµιµότητας της διαµονής της «δεύτερης γενιάς». Η διασφάλιση της νοµιµότητας της διαµονής για τη «δεύτερη γενιά» αντιµετωπίζεται ως ζήτηµα που, πέραν των γενικών επισηµάνσεων που αφορούν το σύνολο των µακροχρόνια διαµενόντων αλλοδαπών, έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και χρήζει ειδικής και ευνοϊκότερης αντιµετώπισης. Και αυτό γιατί στη συντριπτική πλειοψηφία της η «δεύτερη γενιά» έχει ελάχιστη επαφή µε τη χώρα προέλευσης των γονέων τους, αντιµετωπίζει την Ελλάδα ως πατρίδα ή εν πάση περιπτώσει ως τη χώρα στην οποία θα ζήσει αυτή και τα παιδιά της, ενώ η κοινωνική της ένταξη έχει ήδη εν τοις πράγµασι επιτευχθεί σε σηµαντικό βαθµό. Με γνώµονα τα ανωτέρω και προκειµένου η «δεύτερη γενιά» να µην παραµένει δέσµια των γενικών διαδικασιών και προϋποθέσεων ανανέωσης των αδειών διαµονής, µε συνέπεια να κινδυνεύει ανά πάσα στιγµή να χάσει τη νοµιµότητα της διαµονής της και να εκτεθεί στο ενδεχόµενο της αναγκαστικής αποµάκρυνσής της από την Ελλάδα, θεσµοθετείται µια δέσµη µέτρων που λειτουργεί ως προστατευτικό πλαίσιο και διευκολύνει την ενταξιακή της προοπτική. Σηµαντικότερη εν προκειµένω είναι η ρύθµιση που προβλέπει την «άδεια της δεύτερης γενιάς» που περιέχεται στο άρθρο 109 του Κώδικα».

 

252

253

254

255

256

257

258

259

260

261

262

263

264

265

266

267

268

269

β) Σύνταξη νομοσχεδίου

Τη σύνταξη του νομοσχεδίου ανέλαβε ειδική Επιτροπή η οποία συγκροτήθηκε για το σκοπό αυτό στις 18/06/2013 με την ΥΑ 28138/2013 (ΦΕΚ Β’ 1522/21-06-2013), αποτελούμενη από τους: 1. Άγγελο Συρίγο, Γενικό Γραμματέα Πληθυσμού και Κοινωνικής Συνοχής, ως Πρόεδρο. 2. Παναγιώτη Ζ. Φλώρο, επίτιμο μέλος του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως μέλος. 3. Κωνσταντίνο Χαραλαμπίδη, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους στο Υπουργείο Εσωτερικών, ως μέλος. 4. Γεώργιο Γεραπετρίτη μέλος ΔΕΠ της Νομικής Σχολής Αθηνών, με ειδικότητα στο Δημόσιο Δίκαιο, ως μέλος. 5. Βασιλική Γιαβή, Γενική Διευθύντρια Μεταναστευτικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ένταξης, ως μέλος. 6. Γεώργιο Βαλαδώρο, Αναπληρωτή Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Μεταναστευτικής Πολιτικής, ως μέλος. 7. Αθανασία Ιωάννου, Αναπληρώτρια Προϊσταμένη της Διεύθυνσης Κοινωνικής Ένταξης, ως μέλος. 8. Αγγελική Βογιατζή, Διευθύντρια Διεύθυνσης της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής, ως μέλος. 9. Γρηγόρη Τσιούκα, ειδικό επιστήμονα του Συνηγόρου του Πολίτη. Με την ίδια απόφαση, Ειδικοί Εισηγητές της Επιτροπής ορίστηκαν οι 1. Διαμαντίδου Δέσποινα. 2. Τσιούκα Γρηγόρη. 3. Θραψανιώτη Μαρία.

Για τη σύνταξη των προτεινόμενων ρυθμίσεων του νομοσχεδίου υπήρξε συνεργασία της Δνσης Μεταναστευτικής Πολιτικής του ΥΠΕΣ με τους εξής φορείς (270) : α) Γ4 Δνση Δικαιοσύνης, Εσωτερικών Υποθέσεων και Σένγκεν, Υπ. Εξωτερικών, β) Ειδική Νομική Υπηρεσία, Υπ. Εξωτερικών, γ) Δνση Ευρωπαϊκής Ένωσης του Υπ. Παιδείας και Θρησκευμάτων, δ) Γενική Γραμματεία Διά Βίου Μάθησης του ίδιου Υπουργείου, ε) Δνση Απασχόλησης, Δνση Όρων Εργασίας και Δνση Αμοιβής του Υπ. Εργασίας, στ) Δνση Κοινωνικής Ασφάλισης της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ζ) Δνση Αλλοδαπών του Υπ. Δημόσιας Τάξης, η) Υπηρεσία Ασύλου και θ) Γενική Γραμματεία Στρατηγικών και Ιδιωτικών Επενδύσεων και φορέας «Invest in Greece”. Επιπρόσθετα ελήφθησαν υπόψη προτάσεις της κοινωνίας των πολιτών, του Συνηγόρου του Πολίτη, των οργανώσεων μεταναστών, της Ύπατης Αρμοστείας για τους Πρόσφυγες, της Ένωσης Δικαίου Αλλοδαπών και Μετανάστευσης, του ΕΛΙΑΜΕΠ και των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων της χώρας. 

Οι βασικές αρχές του νομοσχεδίου παρουσιάστηκαν σε κοινή συνέντευξη τύπου στο Υπ. Εσωτερικών από την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου στις 14/10/2013. Το σχέδιο νόμου αναρτήθηκε προς δημόσια διαβούλευση την 17/10/2013 και παρέμεινε ως την 30/10/2013. Συνολικά στη δημόσια διαβούλευση κατατέθηκαν 370 σχόλια.  

Το σχέδιο νόμου κατατίθεται στη Βουλή στις 14/02/2014. Εισέρχεται στη Διαρκή Επιτροπή Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης την 20/02/2014 συζητείται την 21, 25 και 28/02/2014. Στην Ολομέλεια το σχέδιο νόμου εισέρχεται την 18/03/2014 οπότε και ξεκινά η συζήτησή του η οποία διαρκεί 2 ημέρες, ψηφίζεται την 20/03/2014 και γίνεται δεκτό την 26/03/2014. Ο νόμος δημοσιεύεται την 01/04/2014 και τίθεται σε πλήρη ισχύ από 01/06/2014.

270

γ) Πρακτικά Επιτροπής

Η πρώτη συνεδρίαση της Επιτροπής Δημόσιας Διοίκησης, Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης πραγματοποιείται στις 20/02/2014 και ασχολείται κυρίως με διαδικαστικά ζητήματα, μεταξύ άλλων και αυτού του συνολικού αριθμού των φορέων που θα προσκληθούν προς ακρόαση ενώπιον της Επιτροπής. Τελικά, ύστερα από αντεγκλήσεις ως προς την αναγκαιότητα ή μη πρόσκλησης συγκεκριμένων φορέων, το Προεδρείο (271)  της Επιτροπής αποφασίζει την πρόσκληση όλων σχεδόν των φορέων που εισηγήθηκαν τα κόμματα και οι οποίοι είναι: α) Ελληνικό Φόρουμ Μεταναστών, β) Σωματεία υπαλλήλων Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, γ) Οργάνωση Δεύτερης Γενιάς Μεταναστών ‘Ασάντε’, δ) Εθνική Επιτροπή για τα δικαιώματα του ανθρώπου, ε) Εκπρόσωπος Λιμενικού Σώματος, στ) Εκπρόσωπος Π.Ο.ΑΣ.Υ., ζ) Ελληνική Ένωση για τα δικαιώματα του ανθρώπου, η) Ομάδα Δικηγόρων για τα δικαιώματα προσφύγων και μεταναστών, θ) Σύλλογος Αφρικανών γυναικών.

Όπως προειπώθηκε, το νομοσχέδιο το υποδέχθηκε η Αξιωματική Αντιπολίτευση σε κατ’ αρχήν πνεύμα συναίνεσης, καθώς μεταξύ των όσων προαναφέρθηκαν τονίστηκε επιπλέον ότι «το νομοσχέδιο αυτό κάνει ένα θετικό βήμα γιατί βάζει μία τάξη στη διάσπαρτη μεταναστευτική νομοθεσία που είναι εστία πολυνομίας και ανομίας και συνάμα ανασφάλειας δικαίου για όλο το προηγούμενο διάστημα » (272) με τη βασική ωστόσο κριτική να εστιάζεται στο ότι το νομοσχέδιο δεν αντιμετωπίζει ζητήματα ιθαγένειας και νομιμοποίησης ατόμων που επί μακρόν ζουν στη χώρα.

Σχολιάζοντας τον όρο ‘παράτυπη’ μετανάστευση ο οποίος εκφέρεται τόσο από την πλευρά των συντακτών του νόμου όσο και από τους προσκεκλημένους φορείς, ο πρώην αρμόδιος Υπ. Διοικητικής Μεταρρύθμισης, κ. Προκόπης Παυλόπουλος, σημειώνει χαρακτηριστικά: «Άκουσα τον όρο «παράτυπη» μετανάστευση. Απορώ και εξίσταμαι. Έχετε καταλάβατε κυρίες και κύριοι συνάδελφοι τι σημαίνει παράτυπο; Είναι εκείνο, στη νομική γλώσσα μιλάμε, και στην ευρωπαϊκή νομική γλώσσα, το οποίο είναι μη τυπικό, δηλαδή εκείνο το οποίο παραβιάζει τον τύπο ή τη διαδικασία, όχι το νόμο. Όταν ο νόμος της Ευρωπαϊκής Ένωσης λέει πώς μπαίνει κανείς στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν εισέρχεται παρατύπως, εισέρχεται παρανόμως. Και στη νομική ορολογία του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο – αυτό είναι το κείμενο του πρωτογενούς δικαίου το οποίο δεσμεύει την Ευρώπη και την Ελλάδα -, εδώ μιλάει για ‘’illegal immigration’, όχι για ‘informal immigration’. Επιτέλους, δεν μπορεί να παίζουμε με τις λέξεις και να κρυβόμαστε πίσω από τις λέξεις για να δείξουμε ευαισθησία. Την ευαισθησία μας τη δείχνουμε αλλιώς. Όχι παίζοντας με τις λέξεις. Και υποχρεώνοντας την Ευρωπαϊκή Ένωση να μάθει να σέβεται κι εκείνη τα δικαιώματα του ανθρώπου στο ύψος που η ίδια επιβάλλει και για τους άλλους.».

272

271

δ) Πρακτικά Ολομέλειας

Οι θέσεις των κομμάτων κινήθηκαν στα πλαίσια που είχαν προδιαγραφεί στις σχετικές συζητήσεις των Επιτροπών. Ωστόσο, αυτό που μονοπώλησε το ενδιαφέρον της Ολομέλειας ήταν η μνημειώδης διαχείριση του αρχικού αρθ. 19 περί αδειών διαμονής που χορηγούνται για ανθρωπιστικούς λόγους, άρθρο που έμεινε γνωστό στην ιστορία της μεταναστευτικής νομοθεσίας και ως «άρθρο Μπαλτάκου ».(273)

Το αρθ. 19 βρίσκεται στο αρχικώς κατατεθέν νομοσχέδιο με τίτλο Ανθρωπιστκοί λόγοι. Στην αρχική μορφή, ουδεμία αναφορά γίνεται για ψευδείς καταγγελίες κατά οργάνων του κράτους. Ωστόσο, στη συζήτηση της Ολομέλειας την 18/03/2014 σελ. 8791, ο αρμόδιος Αν. Υπουργός κ. Λεωνίδας Γρηγοράκος κάνει προσθήκη στο αρθ. 19, παρ. 1, περ. β, ως εξής: "Εάν όργανα της Πολιτείας καταγγελθούν ψευδώς για τα ως άνω αδικήματα, τεκμηριωθεί δε η ψευδής καταγγελία μετά από τη σχετική προκαταρκτική εξέταση, ο καταγγέλων απομακρύνεται άμεσα από τη χώρα". Η πρώτη αντίδραση έρχεται άμεσα από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ την ίδια μέρα (βλ. Κατριβάνου, σελ. 8799), χαρακτηρίζοντας τη ρύθμιση 'τρομοκρατικό αίσχος' ενώ στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η τοποθέτηση του εισηγητή του ΚΚΕ, κ. Χαλβατζή (274) . Στη συνεδρίαση της 19ης Μαρτίου, το θέμα επανέρχεται με την έναρξη της συζήτησης, από την εισηγήτρια του ΣΥΡΙΖΑ, κα. Κατριβάνου. Αυτό που καταγγέλεται, σύμφωνα με την κα. Κατριβάνου, είναι το γεγονός ότι στις περιπτώσεις θυμάτων ρατσιστικής βίας και εγκλημάτων, ενώ είχε συμφωνηθεί στην Επιτροπή η πιθανή υιοθέτηση εκ μέρους της Κυβέρνησης της πρότασης της Αντιπολίτευσης και τον φορέων για προστασία και αναστολή απέλασης και κράτησης εκείνων των αλλοδαπών που καταγγέλλουν σχετικές πράξεις, το Υπουργείο καταθέτει τροπολογία σύμφωνα με την οποία η αναστολή απέλασης και κράτησης θα τεθεί σε ισχύ μόνο μετά την άσκηση ποινικής δίωξης, αφήνοντας το θύμα να τελεί υπό απέλαση μέχρι την άσκηση της δίωξης. Συμπληρωματικά, η κα. Κατριβάνου εγκαλεί το Υπουργείο για μια «πρωτοφανή πρόβλεψη εκφοβισμού» σύμφωνα με την οποία το θύμα που καταγγέλλει ρατσιστικό έγκλημα από όργανο της πολιτείας να απελαύνεται άμεσα, εάν η καταγγελία τεκμηριωθεί ψευδής . (275)

Η παρέμβαση του κ. Γρηγοράκου, είναι άμεση: «Άκουσα με προσοχή την παρέμβαση της κας. Κατριβάνου και η Κυβέρνηση δέχεται ότι η νομοτεχνική βελτίωση της 18ης Μαρτίου 2014, αριθμός 1, άρθ. 19, παρ. 1, αποσύρεται, κ. Κατριβάνου. Νομίζω ότι το είχαμε συζητήσει». Σε σχόλιο της κ. Κατριβάνου ότι «Χαιρόμαστε που το διατυπώνετε κ. Υπουργέ», η απάντηση του Υπουργού είναι ιδιαιτέρως ενδεικτική  (276) του κλίματος που ήδη επκρατεί γύρω από το νομοσχέδιο για τη Μετανάστευση, μετά την είσοδό του στην Ολομέλεια αλλά και αναδεικνύει τις καταστατικές διαφορές του ετερόκλητου κυβερνητικού σχήματος της περιόδου, κυρίως με την παρουσία και τις αρμοδιότητες του Γενικού Γραμματέα της Κυβέρνησης, κ. Μπαλτάκου.(277)

 

Ωστόσο το ζήτημα δεν τελειώνει εδώ. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, πριν τη λήξη της συνεδρίασης, ο κ. Γρηγοράκος επανέρχεται καταθέτωντας νέα τροπολογία η οποία αντικαθιστά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1β του αρθ. 19 ως εξής: «Αν το όργανο του κράτους καταγγελθεί ψευδώς για οποιοδήποτε από τα ανωτέρω αδικήµατα και η ψευδής καταγγελία τεκµηριωθεί µετά τη σχετική προκαταρκτική εξέταση µε τη θέση της δικογραφίας στο αρχείο, ο καταγγέλλων δικάζεται για τα προβλεπόµενα στο ενδέκατο κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα αδικήµατα µε την αυτόφωρη διαδικασία. Ως παρεπόµενη ποινή, στην περίπτωση αυτή, δύναται να επιβληθεί η απέλαση, άλλως ακολουθείται η διαδικασία της διοικητικής απέλασης» με αποτέλεσμα να προκληθεί ‘έκρηξη’ εκ μέρους της πτέρυγας του ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος, όπως καταγγέλλει, πρόκειται για την ίδια ακριβώς τροπολογία που το πρωί απεσύρθη και έρχεται ξανά αυτούσια, με τον κ. Γρηγοράκο να αντιτείνει ότι πρόκειται για αναδιατύπωση. (278)

274

275

276

277

278

273

Κατά τη συνεδρίαση της επόμενης ημέρας, 20 Μαρτίου 2014, από την αίθουσα της Ολομέλειας απουσιάζει ο κ. Γρηγοράκος (279)  ενώ είναι παρών ο ίδιος ο Υπουργός Εσωτερικών, κ. Γιάννης Μιχελάκης, προκειμένου να υποστηρίξει το νομοσχέδιο, γεγονός που προκαλεί την οργισμένη αντίδραση του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του ΣΥΡΙΖΑ, κ. Παναγιώτη Λαφαζάνη, ο οποίος μιλάει για ‘εκπαραθύρωση του κ. Γρηγοράκου από τον κ. Μιχαλάκη, καθώς ο πρώτος ήταν αυτός που χειριζόταν το νομοσχέδιο’ και σημειώνει (280) : «Η συζήτηση του νοµοσχεδίου πήγαινε –θα έλεγα- πάρα πολύ καλά. Εµείς δηλώσαµε ότι θα ψηφίζαµε «ΠΑΡΩΝ». Αναγνωρίσαµε και θετικά στοιχεία στο νοµοσχέδιο, πράγµα το οποίο θα µπορούσε να το χρησιµοποιήσει η Κυβέρνηση. Όµως, ήρθατε εσείς εκ µέρους του σκληρού πυρήνα της Νέας Δηµοκρατίας και του παρασκηνίου για να δυναµιτίσετε τα πράγµατα, να µετατοπίσετε την ατζέντα, να πάρετε την ατζέντα της υπό δίωξη Χρυσής Αυγής και να κερδοσκοπήσετε εν όψει εκλογών.».

Κατά τη συνέχεια της συζήτησης, αντιδράσεις διατυπώνονται και από την πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ και τον βουλευτή κ. Πάρι Κουκουλόπουλο, ο οποίος τοποθετείται επί προηγούμενου κυβερνητικού ισχυρισμού ότι η διαδικασία απόσυρσης της τροπολογίας από τον κ. Γρηγοράκο ήταν άκυρη ‘διότι θα έπρεπε να έχει την υπογραφή του Γενικού Γραμματέα (281)  και γι’ αυτό επανήλθε από τον κ. Μιχελάκη’, υποστηρίζοντας (282) : «Υπάρχει, λοιπόν, µία νοµοτεχνική βελτίωση από τον αρµόδιο Αναπληρωτή Υπουργό, η οποία απεσύρθη και ανακοινώνει µη αρµόδιος Υπουργός ότι επανέρχεται λέγοντας ότι πρέπει η απόσυρση να έχει υπογραφή από το Γενικό Γραµµατέα της Κυβέρνησης. Από πουθενά δεν προκύπτει αυτό. Η απόσυρση νοµοτεχνικών βελτιώσεων και τροπολογιών είναι πράξη. Δεν είναι έγγραφο. Υπάρχει κανένα έγγραφο για την απόσυρση; Δήλωση είναι και απόσυρση. Κατά τη γνώµη µας, λοιπόν, έχει συντελεστεί από τον αρµόδιο Υπουργό, κύριε Πρόεδρε, η απόσυρση και πριν πάµε στην ονοµαστική ψηφοφορία για το άρθρο 19, πρέπει να ξέρουµε ποιο άρθρο 19 ψηφίζουµε, για να µην έχουµε παλινδροµήσεις και παλινωδίες. Είναι καθαρά διαδικαστικό το θέµα. Εµείς πιστεύουµε ότι το άρθρο 19, που οδεύει προς ψήφιση – εάν δεν γίνει ονοµαστική ψηφοφορία- έχει την αυτούσια µορφή µε την οποία ήλθε από την επιτροπή προς την Ολοµέλεια χωρίς καµία νοµοτεχνική βελτίωση, γιατί έτσι αποφάσισε και δήλωσε ο αρµόδιος Αναπληρωτής Υπουργός. Αυτή είναι η άποψή µας. Παρακαλώ το Προεδρείο να το ξεκαθαρίσει, ώστε να ξέρουµε επί ποιου περιεχοµένου ψηφίζουµε. Δεν θέλουµε να αντιδικήσουµε. Κατά τα άλλα δεν θέλω να µπω στην ουσία. Είπε όµως κάτι ο Υπουργός Υγείας. Σε συνέχεια όσων είπε ο κ. Τριαντάφυλλος και ο πρώην Πρόεδρος της Βουλής, θέλω να πω ότι το µόνο που καταφέρνουµε µε τη νοµοτεχνική βελτίωση, αν τελικά περάσει, είναι για µια ακόµη φορά στο κρίσιµο θέµα των δικαιωµάτων να γίνουµε χλεύη του Ευρωκοινοβουλίου και όλων των ευρωπαϊκών θεσμών». Παρόμοιες αντιδράσεις υπάρχουν και από την πλευρά της ΔΗΜΑΡ η οποία αναφέρει ότι «η δεξιά πτέρυγα της συγκυβέρνησης δεν υπολογίζει απολύτως τίποτα προκειμένου να διαφυλάξει τη δεξιά ατζέντα». (283)

Η επίσημη θέση της Κυβέρνησης είναι ότι η ουσία της τροπολογίας είναι να προστατέψει όχι μόνο τα δικαιώματα των μεταναστών αλλά και εκείνα των αστυνομικών και λιμενικών οργάνων από ψευδείς καταγγελίες (284). Ωστόσο η μεγάλη αναστάτωση που προκαλείται στην Ολομέλεια, θέτει σε άμεσο κίνδυνο την κυβερνητική συνοχή με αποτέλεσμα την πιθανή, έμμεση απώλεια της δεδηλωμένης και την πτώση της Κυβέρνησης, δεδομένου ότι όχι μόνο οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ διατυπώνουν αυτοτελώς ισχυρές επιφυλάξεις αλλά επιπλέον παρέχεται ρητή στήριξη από την Αντιπολίτευση στους χειρισμούς του κ. Γρηγοράκου (285)  με αίτημα ονομαστικής ψηφοφορίας για το αρθ. 19 το οποίο και συγκεντρώνει τον απαραίτητο αριθμό βουλευτών και γίνεται δεκτό. Όπως είναι σαφές από τη μελέτη των Πρακτικών της Ολομέλειας αλλά και από την μαγνητοσκοπημένη παρακολούθηση της συζητήσεως, οι πιθανότητες να υπερψηφιστεί το άρθ. 19 από τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ ήταν μηδαμινές. Αποτέλεσμα της εκτίμησης αυτών των πολιτικών συσχετισμών, οι οποίοι βεβαίως διαμορφώθηκαν ύστερα από ατυχείς νομοτεχνικούς χειρισμούς εκ μέρους της Κυβέρνησης, είναι η εκ νέου οριστική απόσυρση όχι πλέον της τροπολογίας, αλλά ολόκληρου του αρθ. 19 με την ακόλουθη δήλωση του κ. Γρηγοράκου, πριν ξεκινήσει η διαδικασία της ονομαστικής ψηφοφορίας: «Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η Κυβέρνηση εκτίµησε σήµερα όλες τις συζητήσεις και τις απόψεις που άκουσε στη Βουλή και αποσύρει το άρθρο 19, για καλύτερη, περισσότερη και ενδελεχότερη συζήτησή του την επόµενη εβδοµάδα» . (286)

Αποτελέσμα των παραπάνω ήταν να ψηφιστεί το νομοσχέδιο και να πάρει τη μορφή του ν.4251/2014 χωρίς πρόβλεψη για χορήγηση άδειας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, γεγονός που δημιούργησε σοβαρά προβλήματα τόσο στις Υπηρεσίες όσο και κυρίως στους αλλοδαπούς που έμειναν χωρίς νομική κάλυψη του καθεστώτος διαμονής τους. Ωστόσο, τον Ιούνιο του ίδιου έτους εκδίδεται υπό τον κ. Γρηγοράκο η ΚΥΑ με αρ.πρωτ. οικ. 30651/2014 η οποία εισάγει εκ νέου την άδεια διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους στην ελληνική έννομη τάξη, χωρίς τις επίμαχες διατάξεις (287) , και τον Ιούλιο του 2015 και υπό τη νέα πολιτική ηγεσία που είχε προκύψει μετά τις Εθνικές Εκλογές του Ιανουαρίου του 2015, η ΚΥΑ ενσωματώνεται στο ν.4332/2015 και λαμβάνει τη μορφή προσθήκης ως άρθρου 19Α στο ν.4251/2014.

279

280

281

282

283

284

285

286

287

ε) ανάλυση

κεφ. Α' (αρθ. 1-2α)

Ο ν.4251/2014 αποτελείται (288) από 3 μέρη, 20 κεφάλαια και 153 (289) άρθρα. Το πρώτο μέρος, το οποίο φέρει τον τίτλο «Διέλευση προσώπων από τα σύνορα και διαμονή π.τ.χ. στην ελληνική επικράτεια» περιλαμβάνει 8 κεφάλαια και 33 άρθρα. Πιο συγκεκριμένα, στο κεφ. Α’ (Γενικές Διατάξεις), περιλαμβάνονται τα αρθ. 1 (Ορισμοί), 2 (Πεδίο εφαρμογής) και 2Α. Εντυπωσιακός θα πρέπει να χαρακτηριστεί ο αριθμός των ορισμών του αρθ. 1, (56 στο σύνολο) δεδομένου ότι για πρώτη φορά στη θεσμική ιστορία της Μετανάστευσης παρέχονται αναλυτικοί ορισμοί για κάθε έννοια της νομοθεσίας με προφανή στόχευση τη μείωση των παρερμηνειών ή την άσκηση διακριτικής ευχέρειας από τις Υπηρεσίες στην εφαρμογή του νόμου ενώ σημαντικά είναι τα οφέλη και για το κοινό το οποίο αποκτά προφανώς ένα σαφέστερο πλαίσιο συναλλαγής με τη Διοίκηση. Το αρθ. 2, κινείται εν πολλοίς στα πλαίσια του προϊσχύσαντος σχετικού άρθρου του ν.3386/2005 με ιδιαίτερο βάρος να συνεχίζει να διαθέτει η πρόβλεψη περί μη υπαγωγής στις διατάξεις του νόμου των αναγνωρισμένων προσφύγων ή όσων αιτούνται να υπαχθούν στο καθεστώς του πρόσφυγα (290) . Τέλος, το αρθ. 2Α το οποίο προστέθηκε μετά τη μείζονα τροποποίηση που επέφερε στον Κώδικα Μετανάστευσης ο ν.4332/2105 αφορά στις διαδικασίες και τις προϋποθέσεις της «ενιαίας άδειας διαμονής», ενσωματώνοντας στην εθνική νομοθεσία το αρθ. 3 της Οδηγίας 2011/98/ΕΕ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 «σχετικά με την ενιαία διαδικασία υποβολής αίτησης για τη χορήγηση στους υπηκόους τρίτων χωρών ενιαίας άδειας διαμονής και εργασίας στην επικράτεια κράτους μέλους και σχετικά με κοινό σύνολο δικαιωμάτων για τους εργαζόμενους από τρίτες χώρες που διαμένουν νομίμως σε κράτος μέλος». Υπό την έννοια αυτή, δηλαδή της ενσωματώσης στο εθνικό δίκαιο μιας Κοινοτικής Οδηγίας, είναι προφανής η νομοτεχνικά συγκεχυμένη επικάλυψη (291)  που προκαλείται στις διατάξεις των αρθ. 2 και 2Α. 

288

289

290

291

κεφ. B' (3-5)

Το κεφ. Β’ (Διαδικασία εισόδου και εξόδου) αποτελείται από τα αρθ. 3 (292)  (Σημεία εισόδου-εξόδου – άσκηση ελέγχου), 4 (Άρνηση εισόδου) και 5 (Θεώρηση εισόδου). Σχετικά με το αρθ. 4, γίνεται άμεσα σαφής η θεσμική μετατόπιση της Πολιτείας στο θέμα της ύπαρξης αιτιολογίας στις αποφάσεις απόρριψης αιτημάτων θεώρησης εισόδου από τις Προξενικές αρχές και πλέον καμία σχετική πράξη δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση παροχής απλής ή ειδικής αιτιολογίας (293) . Με το αρθ. 5, εισάγεται στο θεσμικό πλαίσιο των θεωρήσεων εισόδου η δυνατότητα παράτασης μιας θεώρησης εισόδου, σύμφωνα με το αρθ. 33 του Κανονισμού 810/2009 «εφόσον ο κάτοχος της θεώρησης διαθέτει επαρκείς πόρους διαβίωσης και παρέχει αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη ανωτέρας βίας ή ανθρωπιστικών λόγων που τον εμπόδισαν να εγκαταλείψει την επικράτεια των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της επιτρεπόμενης διάρκειας διαμονής».

292

293

κεφ. Γ' (αρθ. 6-10)

Το κεφ. Γ’ (Δικαίωμα διαμονής και διοικητικές διατυπώσεις) αποτελείται από τα αρθ. 6 έως 10. Με το αρθ. 6 (Γενικές προϋποθέσεις δικαιώματος διαμονής) ορίζονται 5 προϋποθέσεις δικαιώματος διαμονής ή αλλιώς, το δικαίωμα διαμονής των π.τ.χ. που εισέρχονται στη χώρα τελεί υπό την προϋπόθεση της σωρευτικής πλήρωσης των ακόλουθων κριτηρίων: α) κατοχή έγκυρου ταξιδιωτικού εγγράφου ή απόδειξη αντικειμενικής αδυναμίας κατοχής αυτού, β) κατοχή ισχύουσας εθνικής θεώρησης εισόδου, γ) μη συνδρομή λόγων δημόσιας τάξης (294), δ) να μην αποτελεί ο π.τ.χ. κίνδυνο για τη δημόσια υγεία (295) και ε) πλήρης ασφάλιση ασθένειας για το σύνολο των κινδύνων που καλύπτονται για τους ημεδαπούς. Με το αρθ. 7 προβλέπονται 7 κατηγορίες και 27 τύποι αδειών διαμονής. Ωστόσο η προσωρινή διαμονή της περ. Β’ δεν απαιτεί τη χορήγηση άδειας διαμονής αλλά αρκεί η κατοχή ειδικής για κάθε περίπτωση θεώρησης εισόδου από τις αρμόδιες προξενικές αρχές. Με τον τρόπο αυτό αφενός οι ενδιαφερόμενοι δεν υποχρεούνται στην υποβολή σχετικού αιτήματος κατά τη διαμονή τους στη χώρα, αφετέρου δε μειώνεται το διοικητικό φορτίο των αρμοδίων υπηρεσιών. Με τα αρθ. 8 και 9 ρυθμίζεται η διαδικασία χορήγησης και ανανέωσης άδειας διαμονής. Πιο συγκεκριμένα, οι αιτήσεις κατατίθενται στις Υπηρεσίες Μίας-Στάσης (Τμήματα Αδειών Διαμονής) των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων του τόπου διαμονής του αιτούντος, με τρεις τρόπους: α) αυτοπρόσωπη παρουσία, β) πληρεξούσιο δικηγόρο, γ) συζύγους και ανιόντες ή ενηλίκους κατιόντες, με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής τους από οποιαδήποτε  δημόσια αρχή (296). Η βεβαίωση κατάθεσης αίτησης χορηγείται όταν τα δικαιολογητικά είναι πλήρη και έχει ετήσια ισχύ. Ο κάτοχός της διαμένει νόμιμα στη χώρα όσο αυτή ισχύει. Σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος, η ισχύς της βεβαίωσης παύει αυτοδικαίως. Ο κάτοχος αυτής απολαμβάνει των δικαιωμάτων που παρέχει η άδεια διαμονής που αιτείται. Με το αρθ. 9 ορίζεται ότι η αίτηση ανανέωσης κατατίθεται δύο μήνες πριν τη λήξη της άδειας διαμονής ενώ εκπρόθεσμες αιτήσεις παραλαμβάνονται μέχρι και ένα μήνα από τη λήξη της άδειας με πρόστιμο 50€. Επίσης, παραλαμβάνονται αιτήματα και πέραν του μηνός, εάν αποδειχθούν λόγοι ανωτέρας βίας. Κατά τ’ άλλα, διαδικαστικώς ισχύει ό,τι και για τις χορηγήσεις του αρθ. 8. Τέλος, με το αρθ. 10 ρυθμίζεται η διαδικασία των επιδόσεων. Πάσης φύσεως επιδόσεις διενεργούνται αποκλειστικά με αυτοπρόσωπη παρουσία είτε του π.τ.χ. είτε πληρεξουσίου, με αποδεικτικό επίδοσης και χορήγησης αντιγράφου της σχετικής απόφασης, με επίδειξη του διαβατηρίου και επιστροφή της βεβαίωσης κατάθεσης. Οι άδειες διαμονής επιδίδονται μέχρι και ένα μήνα από τη λήξη τους ή και αργότερα, εάν συντρέχουν λόγοι ανωτέρας βίας. Οι απορρίψεις επιδίδονται εντός 60 ημερών από την ημερομηνία αποστολής έγγραφης ειδοποίησης ενώ κάθε επικοινωνία διενεργείται αποκλειστικά  με έγγραφη (297) κλήση.

294

295

296

297

κεφ. Δ' (αρθ. 11-18)

Το κεφ. Δ’ (Διαμονή για εργασία και άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας) αποτελείται από τα αρθ. 11 έως 18. Με το αρθ. 11 (298)  (Διαδικασία καθορισμού όγκου εισδοχής για εργασία) ρυθμίζεται η διαδικασία μετάκλησης (299) αλλοδαπού εργατικού δυναμικού για παροχή εξαρτημένης και εποχιακής  (300) εργασίας. Σύμφωνα με την Αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου, «σημαντική πολιτικά κρίνεται η παρ. 2 με την οποία εισάγεται διαδικασία καθορισμού όγκου εισδοχής μεταναστών (301). Με την προτεινόμενη ρύθμιση η συγκεκριμένη διαδικασία αποκτά έντονα χαρακτηριστικά κοινωνικής και πολιτικής διαβούλευσης καθώς για πρώτη φορά εμπλέκονται οι κοινωνικοί εταίροι μέσω της ΟΚΕ  (302). Και τούτο επειδή η είσοδος και διαμονή μεταναστών στη χώρα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα και εντόνως ερειζόμενα κοινωνικά και πολιτικά διακυβεύματα της εποχής. Επιπρόσθετα, η διερεύνηση των αναγκών σε εργατικό δυναμικό, σε πρώτο βαθμό, ανατίθεται πλέον στις Διεύθυνσεις Ανάπτυξης των Περιφερειών και όχι των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, καθόσον στις εν λόγω Διευθύνσεις έχουν δοθεί, μεταξύ άλλων, αρμοδιότητες όπως η παραλαβή των αιτήσεων υπαγωγής επενδύσεων, ο έλεγχος των στοιχείων, η αξιολόγησή τους, η παρακολούθηση της υλοποίησης του επενδυτικού σχεδίου, η καταβολή της επιχορήγησης του κόστους επένδυσης και η ολοκλήρωση και πιστοποίηση έναρξης της παραγωγικής λειτουργίας, η καταγραφή των νέων θέσεων εργασίας που δημιουργούνται από την υλοποίηση των εγκεκριμένων επενδύσεων, η γνωμοδότηση για κάθε θέμα τοπικού ή ευρύτερου ενδιαφέροντος για το οποίο ζητείται η παροχή γνώμης, κτλ. Σημαντική επίσης κρίνεται η πρόβλεψη του καθορισμού των όγκων εισδοχής ανά διετία, γεγονός που συμβάλλει στον καλύτερο προγραμματισμό των επιχειρήσεων και στην αποφυγή «φωτογραφικών» αιτήσεων μετάκλησης, αφού παρέχει τη δυνατότητα δημιουργίας δεξαμενής, η οποία θα παρέχει σε σοβαρά και υγιή οικονομικά, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, τα οποία έχουν μακροπρόθεσμη προοπτική, τη χρησιμοποίηση του εργαλείου της μετάκλησης, σε πραγματικό χρόνο, στη βάση πραγματικών αναγκών».

Η μετατροπή του προγραμματισμού μετακλήσεων από ετήσιο σε διετή, ήταν πράγματι μια θετική μεταβολή, μόνο όμως ως προς το διοικητικό φόρτο των Τμημάτων Αδειών Διαμονής των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων. Από τη συσσωρευμένη εμπειρία της Υπηρεσίας μας  - καθώς το Τμήμα Αδειών Διαμονής Ν. Ημαθίας αποτελεί παραδοσιακά (303)  τον πρώτο νομό πανελλαδικά στον προγραμματισμό μετακλήσεων - η  επιτυχία του στόχου για ‘καλύτερο προγραμματισμό των επιχειρήσεων’ δεν μπορεί να ελεγχθεί καθώς ούτως ή άλλως το ενδιαφέρον των νομικών προσώπων, ως τέτοιων, για τη διαδικασία αυτή δεν παρουσιάζεται καθόλου ισχυρό, τουλάχιστον στην Περιφέρεια του ν. Ημαθίας. Ωστόσο, το σίγουρο είναι ότι επ’ ουδενί η ‘νέα’ διαδικασία του ν.4251/2014 δεν λειτούργησε αποτρεπτικά για την πραγματοποίηση ‘φωτογραφικών ’ (304) μετακλήσεων στοιχείο που συνηγορεί στην ενίσχυση της άποψης ότι τα συγκεκριμένα εδάφια της Αιτιολογικής συντάχθηκαν μάλλον από πολιτικό και όχι υπηρεσιακό προσωπικό δεδομένου ότι εκφράζουν μάλλον την πολιτική βούληση του συντάκτη και σε καμία περίπτωση τη θεσμική διαδικασία, όπως είχε εισαχθεί στις διατάξεις του νομοσχεδίου. Πιο συγκεκριμένα, δεν γίνεται αντιληπτό πώς θα μπορούσε να αποφευχθεί η ‘φωτογραφική’ μετάκληση όταν στις ίδιες τις διατάξεις της νομοθεσίας (305) ορίζεται ότι συγκεκριμένος πολίτης τρίτης χώρας μετακαλείται σε συγκεκριμένο εργοδότη, ύστερα από αίτηση του τελευταίου. Ειδικώς, η αίτηση μετακλήσεως του εργοδότη περιλαμβάνει αναλυτικά στοιχεία ταυτότητας του αλλοδαπού και επί των στοιχείων αυτών η Υπηρεσία εκδίδει απόφαση Έγκρισης Απασχόλησης και την αποστέλλει στην οικεία Προξενική αρχή προκειμένου εκείνη να εκδώσει τη θεώρηση εισόδου για παροχή εξαρτημένης (ή εποχικής) εργασίας στη χώρα. Κατ’ επέκταση, εξίσου αβάσιμοι είναι και οι ισχυρισμοί της Αιτιολογικής έκθεσης περί δημιουργίας «δεξαμενής» εργατικού δυναμικού. Ουδεμία δεξαμενή υπάρχει ούτε προβλέπεται διά θεσπισμένων νομικών εργαλείων να δημιουργηθεί. Κατά συνέπεια, η μόνη ουσιαστική αλλαγή που εισάγεται με το ν.4251/2014 είναι η αλλαγή του προγραμματισμού μετακλήσεων από ετήσιο σε διετή και η μεταβίβαση της αρμοδιότητας προγραμματισμού στις πρώην Νομαρχίες από τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις. Κατά τ’ άλλα, δεν γίνεται πλέον μνεία στα Γραφεία Ευρέσεως Εργασίας (306) στις έδρες των προξενικών αρχών της χώρας, τα οποία είχαν πρωτοεμφανιστεί με τις διατάξεις του ν.2910/2001 και συνεχίστηκαν και με το ν.3386/2005 ενώ για πρώτη φορά προβλέπεται ρητά η επιφύλαξη της Πολιτείας περί αναστολής των μετακλήσεων από τρίτες χώρες «για λόγους εθνικού συμφέροντος, εθνικής οικονομίας ή διμερών σχέσεων, ιδίως σε περίπτωση κατά την οποία συγκεκριμένη τρίτη χώρα δεν συνεργάζεται στον τομέα των επιστροφών των πολιτών της».

298

299

300

301

302

303

304

305

306

Το αρθ. 12 περιγράφει τη διαδικασία αίτησης μετάκλησης πολιτών τρίτης χώρας για εξαρτημένη εργασία ενώ το αρθ. 13 περιλαμβάνει τις ρυθμίσεις για τη μετάκληση για εποχική εργασία. Όπως προαναφέρθηκε, το αρθ. 13 αντικαταστάθηκε με τις διατάξεις της παρ. 3, αρθ. 7, ν.4332/2015 προκειμένου να ενσωματωθεί στην ελληνική έννομη τάξη η σχετική ευρωπαϊκή Οδηγία 2014/36/ΕΕ της 26ης Φεβρουαρίου 2014 «σχετικά με τις προϋποθέσεις εισόδου και διαμονής υπηκόων τρίτων χωρών με σκοπό την εποχιακή εργασία». Το αρθ. 13Α, το οποίο εισήχθη με το αρθ. 58 του ν.4384/2016 αφορά στην απασχόληση παράτυπα διαμενόντων πολιτών τρίτων χωρών στην οικονομία. Σύμφωνα με τις διατάξεις του, επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση «η απασχόληση πολιτών τρίτων χωρών οι οποίοι στερούνται τίτλου διαμονής στη χώρα προκειμένου για την αντιμετώπιση επειγουσών αναγκών της αγροτικής εκμετάλλευσης». Για τους πολίτες τρίτων χωρών που είναι (ή δεν είναι) κρατούμενοι και εκκρεμεί εκτέλεση απόφασης απομάκρυνσης, η απομάκρυνση αναβάλλεται ενώ μεταξύ των απαιτούμενων δικαιολογητικών συμπεριλαμβάνεται και «υπεύθυνη δήλωση του εργοδότη ότι αντιμετωπίζει κατάσταση ανωτέρας βίας εφόσον αδυνατεί να συνάψει εγκαίρως νόμιμες συμβάσεις εργασίας για την αντιμετώπιση των αναγκών της εκμετάλλευσής του» ενώ με την Εγκ. 11/2016 (ΑΔΑ: 6012465ΦΘΕ-3Φ1) της Δνσης Μεταναστευτικής Πολιτικής του ΥΠ.ΕΣ. διευκρινίζεται επιπλέον ότι δεν θα εξετάζεται περαιτέρω η συνδρομή ανωτέρας βίας στο πρόσωπο του εργοδότη, δηλαδή, θα αρκείται απλώς στην παραλαβή της υπεύθυνης δήλωσης. Επιπλέον, με την Εγκ. 26/2016 (αρ.πρωτ. οικ.52865/23-12-2016) της ίδιας Υπηρεσίας παρέχονται οδηγίες και για την ανανέωση αυτών των εξάμηνων αδειών εργασίας, διαδικασία η οποία σύμφωνα με ακόμη νεότερο έγγραφο (307)  του ΥΠΕΣ μπορεί να ανανεώνεται εις το διηνεκές, διαδικασία η οποία αν και κατ’ αρχήν ‘ξένισε’ τις αρμόδιες Υπηρεσίες, έχει ωστόσο νομικό έρεισμα στις διατάξεις της παρ. 1, αρθ. 3, της ΚΥΑ 53619/735/2015 (ΦΕΚ Β’ 2631/07-12-2015).

Το άρθρο αυτό εισήχθη ως βουλευτική τροπολογία υπ’ αριθ. 348/51 στο σχέδιο νόμου του ν.4384/2016. Από τη μελέτη των πρακτικών της σχετικής εισήγησης στη Βουλή (308)  ενός εκ των εισηγητών, του βουλευτή Ηλείας ΣΥΡΙΖΑ κ. Γεράσιμου Μπαλαούρα, προκύπτουν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες πληροφορίες: «Θέλω να απευθυνθώ στον Υπουργό, τον κ. Αποστόλου, και να πω ότι τόλµησε και για ένα άλλο ζήτηµα. Τόλµησε για την τροπολογία που καταθέσαµε δεκατρείς Βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ για τους εργάτες γης, για τους παράτυπους µετανάστες που είναι σε όλη τη χώρα εργαζόµενοι. Εγώ έχω στοιχεία και σηµαντικές επαφές από πολλές πλευρές και σαν Βουλευτής τώρα αλλά και πριν µε τα κινήµατα που πηγαίναµε και στηρίζαµε αυτούς τους ανθρώπους, τους παράτυπους µετανάστες, που ζούσαν και εξακολουθούν να ζουν, δυστυχώς, σε άθλιες συνθήκες. Και ιδιαίτερα όταν ερχόταν ο έλεγχος του µεικτού κλιµακίου του ΙΚΑ ή οποιουδήποτε άλλου, βουτούσαν σαν τους ασβούς στα κανάλια και µου θύµιζαν το τραγούδι του Σαββόπουλου «που αναπνέεις µε καλάµι µε καλάµι», για να µην τους πιάσει ο έλεγχος και τους διώξουν από τη δουλειά –αυτά τα ελάχιστα λεφτά που έπαιρναν και ταυτόχρονα φοβόντουσαν για την απέλαση. Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, τελειώνοντας θα σταθώ σε τρία σηµεία, όσον αφορά την τροπολογία. Επαναφέρει την ανθρώπινη διάσταση του εργαζόµενου. Είναι πάρα πολύ σηµαντικό, είναι πρώτιστο για εµένα. Δεύτερον, οι εργοδότες παραγωγοί θα σέβονται από εδώ και πέρα τους νόµους απόλυτα. Θα υπάρχει σεβασµός πρωτίστως στους εργάτες αλλά και στην καταβολή του νόµιµου µεροκάµατου, όπως και στο όφελος και στην καταβολή από το εργόσηµο. Το λέω όφελος, γιατί θα µπαίνει στα έξοδα της επιχείρησης και εποµένως θα φορολογείται λιγότερο, θα έχει κέρδος. Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, συγχαίρω άλλη µία φορά τον Υπουργό, διότι είµαστε δεκαπέντε µήνες Κυβέρνηση και είναι από αυτούς που αποδέχτηκαν αυτή τη σηµαντική ρύθµιση, που εξανθρωπίζει τις εργασιακές σχέσεις και αποκτά ηθική υπεραξία το προϊόν που βγάζουν οι παραγωγοί σε όλη την Ελλάδα. Δεν θα λέµε πια «φράουλες και αίµα». Θα λέµε για ένα προϊόν το οποίο είναι εύγευστο, ωραίο και ταυτόχρονα εµφανίσιµο. Δεν θα στάζει ούτε αίµα πια µε αυτή την τροπολογία που έγινε και θα περάσει από την ελληνική Βουλή. Καλώ και τα άλλα κόµµατα, τουλάχιστον αυτή την τροπολογία να την ψηφίσουν».

Η τροπολογία αυτή, η οποία τελικά έγινε δεκτή από τον αρμόδιο Υπουργό και έχει σήμερα τη μορφή του αρθ. 13Α του ν.4251/2014, δεν προκάλεσε καμία αντίδραση από καμία πτέρυγα του Κοινοβουλίου, παρόλο που όπως από την αρχή ήταν σαφές αλλά και στην πορεία επιβεβαιώθηκε, θα καταστρατηγούσε de facto σωρεία κείμενων εθνικών και ευρωπαϊκών ρυθμίσεων (309) . Στην πράξη, αν και εισήχθη για να αντιμετωπίσει τα παραβατικά (310) φαινόμενα στην φραουλοπαραγωγή της Νέας Μανωλάδας του Δήμου Ανδραβίδας-Κυλλήνης του Ν. Ηλείας και να καλύψει συγκεκριμένα πολίτες του Μπαγκλαντές, ωστόσο ο πραγματικός σκοπός του νομοθέτη, όπως δηλώνεται και στην προαναφερθείσα εισήγηση του τοπικού βουλευτή ήταν η φορολογική και ασφαλιστική κάλυψη των εργοδοτών. Διότι τα εργασιακά δικαίωματα των αλλοδαπών, έστω και παρανόμως διαμενόντων, ήταν ήδη απολύτως διασφαλισμένα από την Οδηγία 2009/52/ΕΚ η οποία ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με τις διατάξεις του αρθ. 77 κ.ε. του ν.4052/2012. Η διοικητικά ‘κοντόφθαλμη’ οπτική του υπόψη άρθρου, δεν μπόρεσε δυστυχώς να προβλέψει και ένα ακόμη φαινόμενο, το οποίο αργά ή γρήγορα θα λάμβανε τις διαστάσεις που έχει σήμερα, δηλαδή, την εκμετάλλευση των προβλέψων περί αναβολής απομακρύνσεως των κρατουμένων (ή μη) αλλοδαπών διά της εγκαταστάσεως μιας ‘πρακτικής’ υποβολής ‘εικονικών’ σχετικών αιτημάτων με αιτιολογική βάση το αρθ. 13Α, όπου δήθεν εργοδότες που αντιμετωπίζουν αιφνιδίως ‘επείγουσες καλλιεργητικές ανάγκες’ εμφανίζονται να αιτούνται αποκλειστικά τη συνδρομή των κρατουμένων (ή μη) υπό απομάκρυνση αλλοδαπών, επιτυγχάνοντας έτσι τη διακοπή της κράτησής τους, άγνωστο με τι ανταλλάγματα.

Καθίσταται λοιπόν προφανές ότι η κανονιστική ισχύς του υπόψη άρθρου ήταν προδιαγεγραμμένο εξαρχής να του αποδώσει το χαρακτήρα του ‘ημίμετρου’. Από τη στιγμή που η Πολιτεία επιθυμεί να διατηρήσει στη χώρα το μεγάλο πλήθος των χιλιάδων υπηκόων Μπαγκλαντές ή Πακιστάν που κάποτε εισήλθαν στη χώρα και έκτοτε εργάζονται ως εργάτες στην καλλιέργεια φράουλας και έχουν προφανώς αναπτύξει ορισμένους βιοτικούς δεσμούς στη χώρα, να υπάγονται πλέον στο καθεστώς των Εξαιρετικών λόγων του αρθ. 19, και με απαραίτητα δικαιολογητικά την προσκόμιση τουλάχιστον δύο αδειών εργασίας κατ’ αρθ. 13Α (δηλαδή, την αρχική τους υπαγωγή και μία ανανέωση, μιας και ο διαδραμών έως σήμερα χρόνος είναι αρκετός για την έκδοση έστω μίας ανανέωσης), να λαμβάνουν μονιμότερη και σταθερότερη άδεια διαμονής, υπαγόμενοι μετά τη διετή άδεια των Εξαιρετικών λόγων στις ανά τριετία ανανεούμενες άδειες για Εξαρτημένη Εργασία, καθιστάμενοι ταυτόχρονα κοινωνοί των ίδιων υποχρεώσεων και δικαιωμάτων με αυτά που έχει όλο το υπόλοιπο εργατικό δυναμικό της χώρας που προέρχεται τρίτες χώρες. Δεδομένου δε ότι όσοι παρανόμως διαμένοντες εργάτες έχουν ήδη φυσιολογικά σπεύσει να υπαχθούν στο καθεστώς του 13Α έστω μια φορά, η διατήρηση σε ισχύ του άρθρου μετά την τυχόν υπαγωγή τους στο αρθ. 19 θα καθίστατο αλυσιτελής και ένα απαράδεκτο κίνητρο αθρόας και παράνομης εισόδου στη χώρα πολιτών τρίτων χωρών, προκειμένου κατά παρέκκλιση των ευρωπαϊκών και εθνικών διατάξεων, να εκμεταλλεύονται (311)  τις ρυθμίσεις του αρθ. 13Α.  Σημειώνεται ότι το συναφέστερο αντίστοιχο θεσμικό προηγούμενο εντοπίζεται στον Α.Ν.448/1968 (ΦΕΚ Α’ 130/14-06-1968) με τίτλο «Περί χορηγήσεως αδείας εργασίας εις αλλοδαπούς εν επειγούση ανάγκη».


Το αρθ. 14 ρυθμίζει το ζήτημα της εργασίας αλιεργατών, και δη Αιγυπτίων, δυνάμει και της σχετικής διακρατικής συμφωνίας (312) η οποία παραμένει σε ισχύ. Με το αρθ. 15 ρυθμίζονται ζητήματα χορήγησης και ανανέωσης άδειας διαμονής για Εξαρτημένη Εργασία. Σύμφωνα με την Αιτιολογική έκθεση, «σημαντική καινοτομία αποτελεί η παρ. 6 με την οποία ενοποιείται η άδεια διαμονής για εξαρτημένη εργασία και ανεξάρτητες υπηρεσίες ή έργο, κατά την ανανέωση της αρχικής άδειας διαμονής. Η εν λόγω ρύθμιση αποτελούσε πάγιο αίτημα των μεταναστών καθώς λόγω της δημοσιονομικής κατάστασης υφίσταται αναγκαιότητα πολλαπλών μεταβολών του εργασιακού status, δυνατότητα η οποία με το προγενέστερο νομικό καθεστώς είχε καταστεί απαγορευτική». Σύμφωνα με την παρ. 4, δίνεται δικαίωμα στον πολίτη τρίτης χώρας να συνάπτει σύμβαση εργασίας με άλλον εργοδότη κατά τη διάρκεια ισχύος της αρχικής άδειας διαμονής του με την προϋπόθεση ότι δεν επέρχεται μεταβολή της ειδικότητας και του ασφαλιστικού φορέα. Υπενθυμίζεται ότι η ρύθμιση αυτή περί αλλαγής εργοδότη ακόμα και στο πρώτο έτος της μετάκλησης, εμφανίζεται για πρώτη φορά στο αρθ. 19, ν.2910/2001 και σύμφωνα με τα Πρακτικά της Ολομέλειας (313)  τότε είχε αποφασιστεί ύστερα από εκτίμηση του ενδεχομένου ο μετακαλών εργοδότης να εκμεταλλεύται τον αλλοδαπό κατά τον χρόνο παραμονής του τελευταίου σε αυτόν.

Το αρθ. 16 ρυθμίζει ζητήματα σχετικά με τη χορήγηση και ανανέωση της άδειας διαμονής για επενδυτική δραστηριότητα. Σύμφωνα με την Αιτιολογική έκθεση, «το εν λόγω άρθρο κρίνεται ως ιδιαίτερα σημαντικό αφού εισάγει καινοτόμες ρυθμίσεις με τις οποίες συμπληρώνεται προς την κατεύθυνση της συναντίληψης και της προαγωγής του δημοσίου συμφέροντος και το θεσμικό πλαίσιο της μεταναστευτικής νομοθεσίας. Έτσι, προς άρση όλων των γραφειοκρατικών εμποδίων και την ταχεία διαδικασία όλων των προαπαιτούμενων για την υλοποίηση επενδύσεων που προάγουν το συμφέρον της εθνικής οικονομίας, η συνεισφορά των υπηρεσιών μετανάστευσης καθίσταται ουσιώδης. Συγκεκριμένα, επιχειρείται η καθιέρωση μιας ειδικής διαδικασίας έκδοσης αδειών διαμονής με κύριο χαρακτηριστικό την ελαχιστοποίηση του χρόνου έκδοσής τους».

Το αρθ. 17 ρυθμίζει τη διαδικασία χορήγησης και ανανέωσης άδειας διαμονής ειδικού σκοπού, βάσει ειδικής νομοθεσίας, διακρατικών συμφωνιών ή προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος, του πολιτισμού, του αθλητισμού και της εθνικής οικονομίας. Στην κατηγορία εντάσσονται α) μέλη διοικητικών συμβουλίων, μέτοχοι, διαχειριστές, νόμιμοι εκπρόσωποι και ανώτατα διευθυντικά στελέχη ημεδαπών εταιρειών, κτλ, β) εργαζόμενοι σε επιχειρήσεις βάσει ειδικών διακρατικών συμφωνιών, γ) διευθυντές, επιχειρησιακά και τεχνικά στελέχη εταιρειών που ασχολούνται στη θαλάσσια έρευνα, γεώτρηση και εξόρυξη υδρογονανθράκων, δ) υπαλληλικό προσωπικό ειδικής νομοθεσίας, ε) τεχνικοί που απασχολούνται σε βιομηχανίες ή μεταλλεία, στ) αθλητές και προπονητές, ζ) πνευματικοί δημιουργοί, η) λειτουργοί της επικρατούσας ή γνωστής θρησκείας, θ) ανταποκριτές ξένου τύπου, ι) μέλη ξένης αρχαιολογικής σχολής, ια) εκπαιδευτικοί ξένων σχολείων. Σύμφωνα με την Αιτιολογική έκθεση, «το άρθρο αυτό περιλαμβάνει ένα πλέγμα ρυθμίσεων με τις οποίες κωδικοποιείται σειρά διατάξεων που βρίσκονταν διάσπαρτες σε νόμους και κανονιστικές πράξεις, στο πλαίσιο των οποίων ρυθμίζονταν ζητήματα εισόδου και διαμονής στην Ελλάδα, π.τ.χ. προκειμένου αυτοί να απασχοληθούν με κύριο γνώμονα την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος. Οι εν λόγω π.τ.χ., κατά παρέκκλιση της διαδικασίας της μετάκλησης, εισέρχονται στη χώρα με εθνική θεώρηση εισόδου βάσει ειδικής νομοθεσίας και ειδικών διακρατικών συμφωνιών για την προαγωγή της παιδείας, του πολιτισμού, του αθλητισμού, της προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της εθνικής οικονομίας. Οι υπόψη εργαζόμενοι αποτελούν πλέον ενιαία κατηγορία και λαμβάνουν άδεια διαμονής ειδικού σκοπού. Δεδομένου ότι το εργασιακό καθεστώς των εν λόγω π.τ.χ. παρουσιάζει ιδιομορφίες, αφού η επαγγελματική τους ιδιότητα τους παρέχει δυνατότητα να ασκούν παράλληλες δραστηριότητες, αποτελούσε σημείο τριβής με τις συναρμόδιες υπηρεσίες. Πλέον, με την αναγραφή της επαγγελματικής ιδιότητας στην άδεια διαμονής, οι π.τ.χ. θα αντιμετωπίζονται από τις υπηρεσίες ομοίως με τους ημεδαπούς».

Με το αρθ. 18 ρυθμίζονται ζητήματα προσωρινής διαμονής και απασχόλησης με εθνική θεώρηση εισόδου. Οι πολίτες τρίτων χωρών που υπάγονται στις υπόψη ρυθμίσεις είναι οι α) εποχιακά εργαζόμενοι, β) αλιεργάτες, γ) μέλη καλλιτεχνικών συγκροτημάτων, δ) εργαζόμενοι νόμιμα σε επιχείρηση εγκατεστημένη σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ε) εργαζόμενοι ως εξειδικευμένο τεχνικό προσωπικό, στ) αρχηγοί οργανωμένων ομάδων τουρισμού, ζ) αθλητές, προπονητές και λοιπό εξειδικευμένο προσωπικό, η) φοιτητές τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που συμμετέχουν σε προγράμματα με σκοπό την πρακτική άσκηση.

307

308

309

310

311

312

313

κεφ. E' (αρθ. 19-20)

Το κεφ. Ε (χορήγηση και ανανέωση αδειών διαμονής για ανθρωπιστικούς ή άλλους λόγους) αποτελείται από τα άρθρα 19 έως 20. Το αρθ. 19  (314περιλαμβάνει τις διατάξεις για χορήγηση και ανανέωση άδειας διαμονής για Εξαιρετικούς λόγους. Σύμφωνα με το άρθρο, ο Υπ. Εσωτερικών ή ο Συντονιστής της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, κατά περίπτωση, μπορεί κατ’ εξαίρεση να χορηγεί άδεια διαμονής διάρκειας δύο ετών σε πολίτες τρίτων χωρών που διαμένουν στην Ελλάδα και αποδεικνύουν ότι έχουν αναπτύξει ισχυρούς δεσμούς με τη χώρα. Σήμερα, ο χειρισμός της άδειας διαμονής για Εξαιρετικούς λόγους από τα Τμήματα Αδειών Διαμονής, προϋποθέτει τη μελέτη και γνώση 26 συνολικά νομοθετημάτων και διοικητικών εγγράφων, εξαιρουμένων τυχόν εσωτερικών εγγράφων των κατά τόπους Διευθύνσεων (315) . Το αρθ. 20 περιλαμβάνει λοιπούς λόγους χορήγησης άδειας διαμονής στους οποίους περιλαμβάνονται: α) τα οικονομικά ανεξάρτητα άτομα, β) την μόνιμη άδεια διαμονής επενδυτή (316) που χορηγείται σε π.τ.χ. που αγοράζουν ακίνητο στη χώρα αξίας τουλάχιστον 250.000€, γ) σε ενήλικα τέκνα διπλωματικών υπαλλήλων, δ) σε εξαρτώμενα μέλη οικογένειας, ανιόντες πρώτου βαθμού συγγένειας, μελών του διπλωματικού σώματος, ε) στους ιδιωτικούς υπηρέτες μελών διπλωματικών αποστολών, στ) για σπουδή ή γνωριμία του Αγιορείτικου μοναχικού βίου, ζ) γνωριμία του μοναχικού βίου.

314

315

316

κεφ. ΣΤ' (αρθ. 21-23)

Το κεφ. ΣΤ’ ρυθμίζει τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις κυρώσεις πολιτών τρίτων χωρών και περιλαμβάνει τα άρθρα 21 έως 23. Το αρθ. 21 παρέχει τις διατάξεις που αφορούν στα κοινά δικαιώματα των πολιτών τρίτων χωρών και αυτά είναι: α) ελευθερία κίνησης και εγκατάστασης στο σύνολο της επικράτειας, εφόσον αυτοί διαμένουν νόμιμα, β) ασφάλιση στους οικείους ασφαλιστικούς οργανισμούς και ίδια δικαιώματα με ημεδαπούς, εφόσον διαμένουν νόμιμα στη χώρα, γ) οι διατάξεις του ν.δ. 57/1973 για την κοινωνική προστασία εφαρμόζονται και στους π.τ.χ. που διαμένουν νόμιμα στην Ελλάδα, δ) οι κρατούμενοι π.τ.χ. ενημερώνονται στη γλώσσα την οποία κατανοούν αμέσως μετά την εισαγωγή τους σε ίδρυμα, για τους κανόνες διαβίωσής τους σ’ αυτό καθώς και για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, ε) οι πράξεις που προβλέπονται στα αρθ. 1 και 2 ν.927/1979 και παρ. 1, αρθ. 16 ν.3304/2005 (προαγωγή μίσους και διακριτική μεταχείριση λόγω εθνοτικής ή φυλετικής καταγωγής ή θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας ή ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού κατά συναλλακτική διάθεση αγαθών ή προσφορά υπηρεσιών στο κοινό), στ) απαγορεύεται, υπό προϋποθέσεις, η απουσία από τη χώρα πλέον των 6 μηνών ανά έτος, ζ) ανήλικοι πολίτες τρίτων χωρών, ακόμα κι αν δεν διαμένουν νόμιμα στη χώρα, υπάγονται στην υποχρεωτική σχολική φοίτηση, όπως και οι ημεδαποί, μη αποκλειομένων αυτών, χωρίς περιορισμούς, από την πρόσβαση στις δραστηριότητες της σχολικής ή εκπαιδευτικής κοινότητας, η) για την εγγραφή των τέκνων αυτών στα ελληνικά σχολεία όλων των βαθμίδων απαιτούνται τα αντίστοιχα με τα προβλεπόμενα για τους ημεδαπούς δικαιολογητικά. Η μη νομιμότητα της διαμονής των γονέων δεν κωλύει την εγγραφή των τέκνων τους στο σχολείο, θ) δύναται υπό προϋποθέσεις να αναγνωριστούν τυχόν τίτλοι σπουδών που αποκτήθηκαν στη χώρα προέλευσης καθώς και υπό προϋποθέσεις δύναται να διδάσκεται η μητρική γλώσσα, ι) αποφοιτήσαντες της β’θμιας εκπαίδευσης π.τ.χ., έχουν πρόσβαση στην γ’θμια εκπαίδευση  υπό τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις όπως και οι ημεδαποί, ια) δεν απαιτείται πιστοποιητικό αμοιβαιότητας (317) για την άσκηση οποιασδήποτε επαγγελματικής δραστηριότητας. 


Σύμφωνα με τη Αιτιολογική έκθεση του νομοσχεδίου, «Ιδιαίτερα σηµαντική κρίνεται η παράγραφος 6 του παρόντος άρθρου µε την οποία τίθεται χρονικό όριο απουσίας από τη χώρα η υπέρβαση του οποίου, έχει ως συνέπεια την ανάκληση ή απόρριψη αιτήµατος ανανέωσης της άδειας διαµονής του. Η εν λόγω ρύθµιση κρίνεται απολύτως αναγκαία προκειµένου να αποφευχθεί παρατηρούµενη κατάχρηση, ιδίως σε πολίτες τρίτων χωρών που ενώ δεν διαµένουν µόνιµα στη χώρα διατηρούν άδεια διαµονής την οποία χρησιµοποιούν προκειµένου να απολαµβάνουν δικαιωµάτων (παροχές, επιδόµατα κ.λ.π.).». Η διάταξη της παρ. 6, αρθ. 21 αποτελεί πράγματι μια καινοτόμα και ιδιαιτέρως σημαντική ρύθμιση η οποία δεν εισάγεται ‘εν κενώ’ αλλά ακολουθεί τόσο παλαιότερες προσεγγίσης της Διοίκησης (318) για το θέμα όσο και την κοινή πείρα και λογική σύμφωνα με τις οποίες και τουλάχιστον μετά την ομαλοποίηση του καθεστώς διαμονής των π.τ.χ. που προσέφερε ο ν.3386/2005, οι άδειες διαμονής και η επιθυμία απόκτησής τους άρχισε να φέρει άλλα γνωρίσματα από εκείνα στα οποία προσέβλεπε ο νομοθέτης. Πιο συγκεκριμένα, όλο και συχνότερα γίνονταν τα παραδείγματα κατά τα οποία αλλοδαποί με άδεια διαμονής για εξαρτημένη εργασία αποφάσιζαν να διαβιούν το μεγαλύτερο μέρος του έτους εκτός Ελλάδος και να προσέρχονται στη χώρα μόνο κατά τους μήνες που υπήρχε, ιδίως, αγροτική εργασία, με αποτέλεσμα η άδεια διαμονής για Εξαρτημένη εργασία να αποκτά επί της ουσίας τα χαρακτηριστικά της αδειοδότησης της διαμονής για εποχική εργασία. Επιπλέον, συχνό ήταν το φαινόμενο να διενεργούνται οικογενειακές επανενώσεις, χωρίς όμως ποτέ η οικογένεια με όλα της τα μέλη να διαβιεί στην Ελλάδα ή και χωρίς να εγγράφει τα ανήλικα τέκνα στα ελληνικά σχολεία. Αντιθέτως, μετά τη χορήγηση των σχετικών αδειών διαμονής στα μέλη της οικογένειας, αυτά επέστρεφαν στη χώρα προέλευσής τους χωρίς να διακόπτουν τους δεσμούς τους με αυτήν, απολάμβαναν ωστόσο καταχρηστικά τα ασφαλιστικά και υγειονομικά δικαιώματα που τους αναλογούσαν ως συντηρούμενα μέλη του ‘αρχηγού’ της οικογενείας, ο οποίος, όπως προειπώθηκε, παρέμενε στη χώρα για το ελάχιστο διάστημα που απαιτούνταν προκειμένου να συγκεντρώσει τα απαραίτητα ημερομίσθια (50 πλέον τον αριθμό για το ΙΚΑ και 150 για τον ΟΓΑ) και μετά επέστρεφε κι αυτός στη χώρα. 

Τα αρθ. 21Α (Ίση μεταχείριση εργαζομένων, κατόχων ενιαίας άδειας) και 21Β (Ίση μεταχείριση εποχικά εργαζομένων) προστέθηκαν στον Κώδικα μεταγενέστερα, με το αρθ. 7, παρ. 5 και 6, ν.4332/2015, αντίστοιχα. Σκοπός είναι η προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2014/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με την εισδοχή πολιτών τρίτων χωρών με σκοπό την εποχική εργασία. Αντικείμενο της Οδηγίας είναι η θέσπιση κοινής διαδικασίας (όροι και προϋποθέσεις) εισόδου και διαμονής των πολιτών τρίτων χωρών, εποχιακών εργαζομένων, οι οποίοι θα απασχοληθούν εποχιακά βάσει μίας ή περισσότερων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και ο προσδιορισμός του πλαισίου δικαιωμάτων τους.

Με το αρθ. 22 ορίζονται οι υποχρεώσεις των π.τ.χ. κατά τη διαμονή τους στη χώρα. Πιο συγκεκριμένα, εγκαθιδρύεται υποχρέωση δήλωσης στις αρμόδιες αρχές α) κάθε μεταβολής της διεύθυνσης κατοικίας (319), β) κάθε μεταβολή της προσωπικής κατάστασης, γ) απώλεια ή ανανέωση ή μεταβολή  των στοιχείων του διαβατηρίου ή άλλου ταξιδιωτικού εγγράφου, δ) απώλεια άδειας ή του δελτίου διαμονής ή μόνιμης διαμονής. Επίσης, ορίζεται ρητά ότι π.τ.χ. οφείλει να αναχωρήσει από τη χώρα χωρίς άλλη ειδοποίηση μέχρι την τελευταία ημέρα της λήξης ισχύος της άδειας διαμονής του εκτός κι αν έχει υποβάλει αίτηση ανανέωσης και έχει λάβει βεβαίωση και τέλος δημιουργείται υποχρέωση επικύρωσης με την επισημείωση της Σύμβασης της Χάγης  για τα δημόσια έγγραφα που έχουν εκδοθεί από αλλοδαπές αρχές. Το αρθ. 23 προβλέπει τις κυρώσεις που προβλέπονται στη μη εκπλήρωση των πιο πάνω υποχρεώσεων, οι οποίες πρέπει να δηλώνονται εντός διμήνου από τη στιγμή που θα συμβεί το αντίστοιχο γεγονός, με εξαίρεση την περίπτωση ανανέωσης διαβατηρίου και τη δήλωση γέννησης τέκνου. Σε κάθε περίπτωση, επιβάλλεται πρόστιμο 50€ το οποίο ανέρχεται στα 100€ σε περίπτωση υποτροπής. Τέλος, πρόστιμο 600€ επιβάλλεται στον π.τ.χ. που δεν θα αναχωρήσει εντός 30 ημερών από τη χώρα και 1200€ από 60 ημέρες και περισσότερο.

317

318

319

κεφ. Z' (αρθ. 24-25)

Το κεφ. Ζ’ (Απόρριψη-ανάκληση άδειας διαμονής και διαδικαστικές εγγυήσεις) αποτελείται από τα αρθ. 24 και 25. Το αρθ. 24, παρά την ευσύνοπτη μορφή του, αποτελεί ουσιαστικό εργαλείο στη διαχείριση της νόμιμης Μετανάστευσης καθώς με τρόπο λιτό αλλά περιγραφικό και επαρκή ρυθμίζει το πλαίσιο απορρίψεων αιτήσεων και ανακλήσεων ισχυρών αδειών διαμονής. Έτσι, τα Τμήματα Αδειών Διαμονής δεν χορηγούν ή ανακαλούν ή δεν ανανεώνουν άδειες διαμονής στη βάση τριών προϋποθέσεων: α) όταν δεν πληρούνται ή δεν πληρούνται πλέον οι προϋποθέσεις του Κώδικα, β) όταν αποδειχθεί επίσημα πλάνη, δόλος ή απάτη κατά την έκδοση της άδειας διαμονής, γ) όταν ο αιτών δεν ανταποκριθεί εντός διμήνου σε έγγραφη κλήση της Υπηρεσίας. Η τελευταία αυτή ρύθμιση, η οποία εισάγεται για πρώτη φορά στο θεσμικό πλαίσιο με τις υπόψη διατάξεις, κατά την Αιτιολογική έκθεση «εισάγεται προκειμένου να επιλύσει το σημαντικό ζήτημα των επί μακρόν εκκρεμών αιτημάτων που οφείλεται σε αμέλεια ή εσκεμμένη απροθυμία των π.τ.χ. να προσκομίσουν στοιχεία που έχουν ζητηθεί από τις αρμόδιες αρχές και αφορούν στην ολοκλήρωση του φακέλου τους, επωφελούμενοι της νομιμότητας που τους παρέχει η βεβαίω